ΣΧΟΛΙΑ - ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική και ελληνική γεωργία. Τι είναι και τι δεν είναι μεταρρύθμιση

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

.

Πρίν από τρία χρόνια αποπειράθηκα, σε ένα άρθρο στην Αθηναϊκή Επιθεώρηση Βιβλίου, να μιλήσω, συγκριτικά, για τρεις διανοούμενους της Ανανεωτικής Αριστεράς οι οποίοι υπήρξαν, για τη γενιά μου, αειθαλείς δάσκαλοι και γενναιόδωροι σύντροφοι. Τον Άγγελο Ελεφάντη, τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη και τον Σπήλιο Παπασπηλιόπουλο. Απέδωσα τότε στον Παπαγιαννάκη, ως αυτό που τον διέκρινε περισσότερο ότι, τουλάχιστον για την Ελλάδα, αποτελούσε τον κατεξοχήν «πολιτικό του συγκεκριμένου». Σήμερα θα προσπαθήσω, τιμώντας τη μνήμη του, να μιλήσω,με τον τρόπο του Μιχάλη, συνδέοντας τρία θέματα που ξέρω ότι τον απασχολούσαν θεωρητικά και πρακτικά-πολιτικά: την Ευρώπη, την ελληνική γεωργία και την ανάπτυξη. Συνδετικός κρίκος ο λόγος για τις μεταρρυθμίσεις εδώ, στην Ελλάδα, που αποδείχθηκαν αδύνατες και αλλού, την Ευρώπη, που αποτελούν το καύσιμο της ανάπτυξης.

Ας ξεκινήσω από τη σχέση ελληνικής γεωργίας και Κοινής Αγροτικής Πολιτικής η οποία από το 1981, ακριβέστερα και μια πενταετία πρίν, είναι συνεχής και στενή. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, ιδρύεται το 1962, ως μια από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της νεότευκτης Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Απορροφούσε τα τρία τέταρτα του Κοινοτικού προϋπολογισμού αποτελώντας μέχρι πρόσφατα τη μοναδική άξια του ονόματός πολιτική της Ένωσης. Σήμερα, μετά από διαρκείς αναθεωρήσεις των σκοπών και των εργαλείων εφαρμογής της αυτό το ποσοστό φθάνει το 45% με τάση μειώσεως για την περίοδο 2014-2020. Αλλά δεν πρόκειται μόνο για τις ιστορικές και ποσοτικές της διαστάσεις που η Κοινή Αγροτική Πολιτική αξίζει εκτενούς σχολιασμού. Είναι η σφαιρικότητα των στόχων, η ευρηματικότητα των εργαλείων εφαρμογής και η διαλεκτική συνάρθρωση της, ιδιαίτερα μετά το 1992, με άλλες πολιτικές της ΕΕ-με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνο της Περιβαλλοντικής Πολιτικής-οι οποίες την καθιστούν, το κατεξοχήν παράδειγμα μιας «διαρκούς μεταρρύθμισης». Για παράδειγμα, τρεις δεκαετίες μετά την ίδρυσή της και αφού είχαν επιτευχθεί ο στόχος της αύξησης της παραγωγικότητας και του εκσυγχρονισμού της Ευρωπαϊκής γεωργίας άνοιξε, με το Μααστρίχτ, ένας νέος κύκλος τολμηρών μεταρρυθμίσεων που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Έτσι μειώθηκαν δραστικά τα τεράστια αποθέματα προϊόντων, ετέθη υπό έλεγχο η δημοσιονομική δαπάνη, τα γεωργικά εισοδήματα βελτιώθηκαν. Νέοι στόχοι προστέθηκαν, όπως το ενδιαφέρον για το περιβάλλον, την ποιότητα και την ασφάλεια των προϊόντων και πάνω από όλα, τη στοχευμένη αγροτική ανάπτυξη. Τίποτε, όμως, δεν είναι τέλειο. Συνυπάρχουν ακόμη οι συχνές, επιμέρους, προσωρινές ή και, κάποτε, σταθερές αποτυχίες της ΚΑΠ, όπως η Βόρεια απόκλιση και η άνιση διανομή ενισχύσεων γεωγραφικά, κλαδικά και κοινωνικά.Με δεδομένη αυτή την κριτική, το ερώτημα που θα θέσω είναι αν, πως και πόσο επηρεάστηκε, τα τελευταία τριάντα χρόνια, η ελληνική γεωργία από αυτή την μεγάλη ευρωπαϊκή πολιτική. Πριν από την απάντηση δυο λόγια για την ελληνική γεωργία είναι απαραίτητα.

Η ελληνική γεωργία, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν πλήρως εκχρηματισμένη και εμπορευματοποιημένη, διασφάλιζε την αυτάρκεια σε στρατηγικά προϊόντα, βρισκόταν σε πορεία εξειδίκευσης και εντατικοποίησης, τεχνολογικά εξοπλισμένη και εξαγωγική. Όχι παντού. Οι περιφερειακές ανισότητες ήταν έκδηλες. Οι ορεινές, μειονεκτικές και νησιωτικές περιοχές παρήκμαζαν.Το μεγάλο της πρόβλημα, όμως, βρισκόταν αλλού, ήταν το εγγειοδιαρθρωτικό. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Το «αγροτικό ζήτημα» δεν λύθηκε στον 20ο αιώνα, όπως πιστέψαμε, απλώς άλλαξε μορφή, παραμένοντας πάντοτε βαθύτατα πολιτικό. Από τη μεγάλη μεταρρύθμιση του Μεσοπολέμου προέκυψε η «ελληνική ιδιαιτερότητα»: μια ενιαία αγροτική τάξη μικροϊδιοκτητών οικογενειακών εκμεταλλεύσεων. Αλλά, το μέγεθος της εκμετάλλευσης δεν είναι, όπως νομίζεται, καθοριστικό στην άρθρωση συμφερόντων και διεκδικήσεων. Γιατί υπάρχει διαφοροποίηση συμφερόντων των γεωργών μεταξύ γεωργίας και κτηνοτροφίας, μεταξύ κλάδων και εξειδικεύσεων της φυτικής παραγωγής (π.χ. βαμβάκι), μεταξύ επαγγελματικών και συνεταιριστικων οργανώσεων των αγροτών ανάλογα με την ισχύ που τους προσδίδει η ενσωμάτωσή τους σε υπερκείμενες δομές εξουσίας. 1981: Η Ελλάδα στην ΕΟΚ, το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Οι ηγεσίες του αρμόδιου υπουργείου γεωργίας ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν το μέγεθος της πρόκλησης παρέδωσαν ουσιαστικά τα κλειδιά της αγροτικής πολιτικής στις φίλιες δυνάμεις των συντεχνιακών συμφερόντων, ενισχύοντας χωρίς μέτρο τον παρεμβατικό τους ρόλο Με την επινόηση του φαντάσματος μιας ενιαίας δήθεν «αγροτιάς», ο κυρίαρχος κρατικός κορπορατισμός επέτυχε να αποκρύψει όλες τις προαναφερθείσες διαφοροποιήσεις, που συνιστούσαν την πραγματικότητα του ελληνικού αγροτικού τομέα. Η ΠΑΣΕΓΕΣ, η ΓΕΣΑΣΕ, η ΣΥΔΑΔΕ,η ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗ-ΠΑΣΥ αποτέλεσαν τους γνωστότερους εκφραστές αυτής της ψευδούς εικόνας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες η εκπροσώπηση των αγροτικών συμφερόντων στις Βρυξέλλες υπέστη συστηματική στρέβλωση. Και ναι μεν, η σοσιαλιστική κυβέρνηση, ιδιαίτερα κατά την πρώτη δεκαετία της στην εξουσία επέτυχε, μέσω της ασκηθείσας «φιλοαγροτικής» εφαρμογής της ΚΑΠ να υπερκαλύπτει (με εξαίρεση τα έτη 1986-87) τις υψηλές πληθωριστικές πιέσεις της περιόδου αλλά στο βάθος του κήπου γινόταν πάρτυ. Η έλλειψη καταρτισμένων στελεχών στη διοίκηση συνεταιρισμών, η κακοδιαχείριση και κατασπατάληση πόρων, στα όρια της εγκληματικής ανευθυνότητας, σε συνδυασμό με την αδιαφορία για την εφαρμογή μιας πολιτικής αναδιαρθρώσεων, για την οποία θα μιλήσω στη συνέχεια, κατέληγαν, πρακτικά, ακόμη και στις χρυσές εποχές των ενισχύσεων της ΚΑΠ στον ίδιο φαύλο κύκλο. Η μικρή, ακόμη και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, γεωργική εκμετάλλευση ήταν βέβαιο ότι με την μείωση των επιδοτήσεων θα περιέπεπτε ουσιαστικά απροστάτευτη, στα παντοδύναμα σαγόνια της ολιγοπωλιακής αγρο-διατροφικής αλυσίδας εισροών και εκροών. Αυτό συμβαίνει σήμερα αφού μεσολάβησε η ολοκληρωτική χρεοκοπία του συνεταιριστικού κινήματος.

2

Κάνοντας έναν απολογισμό, σε πρόσφατη ομιλία του στην Αθήνα, της εφαρμογής στην Ελλάδα της ΚΑΠ, ο Τάσος Χανιώτης, Διευθυντής Οικονομικών Αναλύσεων στη Γ. Διεύθυνση Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διαπίστωνε ότι συνέπεια των καθυστερήσεων στη χρήση των κοινοτικών πόρων ως μοχλού στήριξης των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών του τομέα ήταν όχι μόνο η σημαντική ενίσχυση του γεωργικού εισοδήματος αλλά και η υστέρηση του γεωργικού εισοδήματος σε σχέση με αντίστοιχες τάσεις άλλων κρατών της ΕΕ. Πόθεν αυτή η υστέρηση; Η απάντηση είναι ότι αντί της ορθολογικής περιγραφής, ανάλυσης και προγραμματισμού εθνικών στόχων επελέγη ο λαϊκιστικός λόγος της διαρκούς διαμαρτυρίας, με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση των βραχυπρόθεσμων οφελών από την κάρπωση των άμεσων ενισχύσεων, προτάσσοντας αποκλειστικά εισπρακτικά κριτήρια-αυτός είναι ο τελικός απολογισμός του κυρίαρχου συνθήματος: «τιμές Βρυξελλών όχι Αθηνών». Συνέπεια της επικράτησης αυτής της λογικής ήταν η αναπαραγωγή περιφερειακών, κλαδικών και οικονομικοκοινωνικών ανισοτήτων. Ας μην ξεχνάμε ότι το 50% της αξίας της γεωργικής μας παραγωγής δεν είχε στήριξη ενώ, για παράδειγμα στο βαμβάκι η πριμοδότηση ήταν διπλάσια, στον καπνό ήταν τριπλάσια της εμπορικής τιμής (κάποιες εμπορικές χρονιές οι παραγωγοί πουλούσαν με 10 λεπτά το κιλό για να εισπράξουν ενίσχυση κοντά στα 4 ευρώ). Για να διασκεδασθεί η εντύπωση αυτής της ακραίας επιλεκτικής στήριξης έναντι, για παράδειγμα, των φρούτων, των οσπρίων, των χορτονομών, αυτά τα δύο προϊόντα μαζί με το λάδι και το αιγοπρόβειο κρέας μονοπώλησαν από τα συγκεκριμένα συμφέροντα, τον χαρακτηρισμό τους ως δήθεν τα «Μεσογειακά Προϊόντα». Και τα λεφτά ήταν πάρα πολλά, ξεπερνούσαν, σε ευρώ τα 2,5 δις ετησίως (πάνω από 180 δις. Ευρώ συνολικά). Ακόμη και μέχρι την προηγούμενη δεκαετία οι άμεσες Κοινοτικές ενισχύσεις αποτελούσαν το 50% περίπου του οικογενειακού εισοδήματος, που, όπως παρατηρεί ένα από τα, μέχρι πρόσφατα, πλέον αξιόλογα στελέχη του υπουργείου, ο Δημήτρης Μπουρδάρας, υπό κάποιες συνθήκες (εθνικές ενισχύσεις και επιβαρύνσεις προϋπολογισμού από Κοινοτικούς καταλογισμούς και καλύψεις ελλειμμάτων του ΕΛΓΑ και ΟΓΑ) έφθανε ακόμη και το 100%. Στους κερδισμένους οι εύφορες, αρδευόμενες πεδιάδες, κατά μήκος των εθνικών οδών δια ευνόητους λόγους, τα τέσσερα-πέντε, λεγόμενα καθ’ υπερβολή «Μεσογειακά» προϊόντα και οι σχετικά μεγάλοι παραγωγοί. Στους χαμένους οι ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, τα νησιά με εξαίρεση την «πράσινη» Κρήτη και το πλήθος των θεωρουμένων ως «μη Μεσογειακών» προϊόντων, αυτά που στη δεκαετία του 2000 το ίδιο το υπουργείο ονόμασε αλλά δεν προώθησε ως «άλλη γεωργία», καθώς και οι μικρομεσαίοι ιδιοκτήτες παραγωγοί. Επίσης, χαμένο και το φυσικό περιβάλλον, έστω και αν μετά τη Μεταρρύθμιση της ΚΑΠ του 1992 προωθήθηκαν κυρίως η βιολογική γεωργία και οριακά η προστασία των υπόγειων υδάτων από τη νιτρορύπανση και ορισμένα τοπία ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας όπως ο ελαιώνας της Άμφισσας, στις περισσότερες των περιπτώσεων πάλι για εισπρακτικούς λόγους.

3

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι υπάρχουν ευθύνες και από την άλλη πλευρά, συγκεκριμένα στην ιδρυτική προτίμηση της ΚΑΠ υπέρ της ενίσχυσης των Κοινών Οργανώσεων Αγοράς έναντι της διαρθρωτικής πολιτικής, στην οποία περιλαμβάνεται η έρευνα και η εκπαίδευση. Αλλά αυτό άλλαξε σταδιακά. Ξεκινώντας από πολύ χαμηλά κατά την την επόμενη προγραμματική περίοδο 2007-2013 θα γίνει 80% προς 20%. Μια σταθερή, έστω πολύ βραδεία εξέλιξη, της οποίας η ελληνική πλευρά συστηματικά υποτιμούσε την ιδιαίτερη σημασία για δικό της λογαριασμό. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι δύο αξιόπιστες μελέτες της ελληνικής γεωργίας με διαφορά δύο δεκαετιών και τεσσάρων Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης καταλήγουν στον ίδιο απολογισμό: «ζητούμενο εξακολουθεί να παραμένει η υπέρβαση των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής γεωργίας» (Μαραβέγιας, 1991 και Καρανικόλας, Μαρτίνος, 2011). Κοινή και η διαπίστωση της μείζονος συνέπειας αυτής της αβελτηρίας: το ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων και ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα δημόσιο χρέος της χώρας.

Τι απέφερε αυτή η μονομερής εστίαση στην πολιτική ενισχύσεων του σκέλους αγοράς της ΚΑΠ το βλέπουμε σήμερα όταν ήδη από την προ MacSharry εποχή (1992) οι εγγυημένες τιμές και οι ενισχύσεις της ΚΑΠ πάγωσαν σε ονομαστικούς όρους ή μειώνονταν σε πραγματικούς όρους και καθώς βαδίζουμε προς νέα μείωση των επιδοτήσεων, μετά το 2013. Το συνολικό εισόδημα του τομέα της γεωργίας όσο και το οικογενειακό γεωργικό εισόδημα παρουσίασαν, βοηθούμενο και από την παρουσία των οικονομικών μεταναστών, τις υψηλότερες τιμές τους στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Την τελευταία δεκαπενταετία διαπιστώνεται συρρίκνωση του οικογενειακού γεωργικού εισοδήματος τόσο στο σύνολό του όσο και ανά πλήρως απασχολούμενο και ανά εκμετάλλευση. Τα οικονομικά αυτά αποτελέσματα δεν είναι άσχετα με τις επιδόσεις στον κρίσιμο τομέα της συλλογικής διάθεσης της παραγωγής, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην – μερική τουλάχιστον – υπέρβαση των διαρθρωτικών προβλημάτων: το 2009, στο σύνολο των 27 χωρών της ΕΕ, το ποσοστό της συνολικής παραγωγής φρούτων και λαχανικών που διακινήθηκε μέσω ομάδων παραγωγών, ανήλθε σε 43%, όταν στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ήταν 11%. Παρ’ όλα αυτά, προφανώς εξαιτίας των εθνικών επιλογών εφαρμογής της ΚΑΠ, όπως διαπιστώνεται σε μια αδημοσίευτη μελέτη των Σ. Κλωνάρη και Γ. Βλάχου, διακρίνεται τάση εντατικοποίησης της ελληνικής γεωργίας, καθώς η αρδευόμενη έκταση καλλιεργείται από λιγότερες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, τόσο φυτικής όσο και ζωϊκής παραγωγής, οι οποίες, μάλιστα, αυξάνουν το μέγεθός τους. Με την εφαρμογή της ενιαίας αποδεσμευμένης ενίσχυσης, μετά το 2006 και την υιοθέτηση του «ίστορικού μοντέλου» που επέβαλε ο κρατικός κορπορατισμός οι άμεσες πληρωμές στην Ελλάδα έφθασαν, το 2010, περίπου στα 2 δις. Ευρώ τα οποία κατεβλήθησαν σε 804.731, ήδη ευνοημένους, δικαιούχους κατόχων 3.079.000 δικαιωμάτων, χωρίς, και πάλι, να μειωθούν οι περιφερειακές ανισότητες. Τι είδους αγρότες ήταν αυτοί οι «δικαιούχοι»; Υποτίθεται ότι το ζήτημα του ποιος είναι ο «ενεργός αγρότης», θα έπρεπε να είχε λύσει προ ετών η ανάθεση από την πολιτεία στην ΠΑΣΕΓΕΣ της κατάρτισης του Μητρώου Αγροτών. Αυτό, για ευνόητους λόγους, δεν έγινε. Επιτρέψτε μου να τελειώσω με δυο λόγια για αυτό ακριβώς το ζήτημα, το οποίο μετά την πρόταση της Επιτροπής να αντικατασταθεί το «ιστορικό μοντέλο» που αναπαρήγαγε το ισχύον status quo στην κατανομή των επιδοτήσεων με ένα νέο, «περιφερειακό μοντέλο», βάσει ορισμενων αναπτυξιακών κριτηρίων (περιβάλλον, νέοι και μικροί γεωργοί, μειονεκτικές περιοχές κ.ά.) επανέρχεται δριμύτερο. Ή με άλλα λόγια, να επιστρέψω από άλλο δρόμο, στην αμφιλεγόμενη και συγκεχυμένη αλλά στρατηγικής σημασίας έννοια της «αγροτιάς».

4

Κάνοντας ένα απολογισμό της εφαρμογής της ΚΑΠ στην Ελλάδα υποτίθεται ότι θα έπρεπε να γνωρίζουμε ποια ήταν η επίπτωσή της στο αυτονόητα κρίσιμο μέγεθος του ενεργού πληθυσμού στη γεωργία. Μην απορήσετε αν σας βεβαιώσω ότι δεν γνωρίζουμε. Οι γεωργοοικονομολόγοι εκτιμούν ότι η απασχόληση έχει μειωθεί από 30,3% της συνολικής απασχόλησης το 1980 σε 12,6%. Μια ασφαλής ένδειξη του εκσυγχρονισμού του τομέα, κατά τα δυτικοευρωπαϊκά αναπτυξιακά πρότυπα. Οι κοινωνιολόγοι, όμως, μας εφιστούν την προσοχή σε ανάλογες εκτιμήσεις. Θέτοντας υπό εξέταση τις στατιστικές κατηγορίες που χρησιμοποιούν οι διαθέσιμες πηγές ομολογούν ότι η πραγματικότητα της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα μας διαφεύγει. Από τα αδημοσίευτα στοιχεία που δίνει απευθείας η ΕΣΥΕ στην Eurostat προκύπτει, κατά την Έρση Ζακοπούλου, η σημαντικότητα της γεωργίας ως δεύτερης απασχόλησης των πολυαπασχολουμένων ελλήνων αλλά και αποτυπώνεται ο βαθμός στον οποίο τα μέλη των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων του αστικού χώρου συντηρούν αγροτική εκμετάλλευση. Σύμφωνα με τη νέα ΚΑΠ ως ενεργός αγρότης ορίζεται εκείνος που δικαιούται άμεσων ενισχύσεων όταν το εξωγεωργικό του εισόδημα είναι λιγότερο των 100.000 ευρώ. Δηλαδή ο δημόσιος υπάλληλος που ζει στην Αθήνα και εισπράττει ενισχύσεις από λάδι ύψους 5.000 ευρώ χαρακτηρίζεται ως ενεργός αγρότης. Με αυτό δεδομένο και ενώ από τα πλέον αρμόδια χείλη μαθαίνουμε ότι «ένα με ενάμιση εκατομμύριο νέοι, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, σχεδιάζουν την επιστροφή τους στην ύπαιθρο και την ενασχόλησή τους με τον αγροτικό τομέα», είναι βέβαιο ότι η περαιτέρω ασάφεια του ορισμού του «ενεργού αγρότη» δεν μπορεί να συνεχισθεί. Πώς θα ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση η αυριανή πολιτική ηγεσία της χώρας; Μια ενδιαφέρουσα διάσταση της απάντησης που θα δοθεί είναι ότι, ίσως, από εκεί, σε συνδυασμό με τα στοχευμένα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης και την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται ήδη και θα αποδοθεί μετά το 2013 στον δεύτερο πυλώνα της ΚΑΠ αρχίσει το ξήλωμα του πουλόβερ του κρατικού κορπορατισμού, ο οποίος επικαθόρισε, μετά το 1981, την προβληματική προσαρμογή της ελληνικής γεωργίας στους διαρκώς μεταβαλλόμενους στόχους της πλέον δυναμικής πολιτικής της ΕΕ, την ΚΑΠ.

Σαν επίλογο αυτού του αδρομερούς απολογισμού για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική πλευρά αντιμετώπισε τη συγκεκριμένη ευρωπαϊκή πρόκληση αρκούμαι σε ένα κριτικό σχόλιο που γράφτηκε λίγο μετά την ένταξη, για την εφαρμογή της ΚΑΠ στην Ελλάδα. «Οι αρμόδιοι ελάχιστα σκέφτηκαν και ακόμη λιγότερο ενέργησαν προς την κατεύθυνση ενός ξεπεράσματος της πολιτικής αυτής της παθητικής προσαρμογής (..) Αυτό που βρίσκεται στην ημερησία διάταξη είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια νέα αγροτική μεταρρύθμιση (..) κάθε νέο βήμα προς τα εμπρός απαιτεί συλλογικές μορφές οργάνωσης και δράσης, διαφορετικές επενδύσεις από αυτές τις κλασικής υποδομής (..) μια παραγωγή που δεν αρκείται πια να «καταναλώνει» το φυσικό και κοινωνικό κεφάλαιο της χώρας, αλλά ζητάει περισσότερες εισροές σε έρευνα και γνώσεις, μια δραστηριότητα επαγγελματική, κοινωνική, πολιτική, που το κράτος βέβαια δεν πρόκειται να την κάνει για λογαριασμό των παραγωγών (..) Απομένει λοιπόν να εκφρασθούν τα σχήματα που θα εκφράσουν αυτές τις νέες αναγκαιότητες». Ναι, δεν λαθέψατε, μιλάει ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, το 1985, για τις «νέες αναγκαιότητες» στον αγροτικό τομέα που τις αναζητούμε περισσότερο από ποτέ σήμερα.

Σχολιασμός

Σχόλια

Ιδιοκτησία
e-Μεταρρύθμιση

Εκδότης
Γιάννης Μεϊμάρογλου

Διεθυντής Σύνταξης
Μιχάλης Κυριακίδης
mkyriak@gmail.com

Επικοινωνία
info@metarithmisi.gr

H «Μεταρρύθμιση» είναι ηλεκτρονικός κόμβος ο οποίος λειτουργεί με αυτήν τη μορφή από τον Μάρτιο του 2012. Από το 2005 κυκλοφορούσε ως έντυπο και στη συνέχεια ως ηλεκτρονικό περιοδικό.

Ξεκίνησε από μια ομάδα ανθρώπων με κοινό χαρακτηριστικό την αγωνία για τη συγκρότηση ενός μεγάλου μεταρρυθμιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Πρόθεσή μας είναι η ενθάρρυνση των διαδικασιών για μια μεγάλη προοδευτική παράταξη και η ανάδειξη της ανάγκης να εκφρασθεί σε όλα τα επίπεδα – πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό – η οπτική μιας σύγχρονης κοινωνίας, απαλλαγμένης από τις παθογένειές της.

Αναφέρεται στο χώρο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, του ριζοσπαστικού κέντρου, του κοινωνικού και πολιτικού φιλελευθερισμού και επιδιώκει τον διάλογο ανάμεσα στις δημοκρατικές - προοδευτικές δυνάμεις της χώρας.

Copyright © www.metarithmisi.gr.

To Top