ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Η πολιτισμική δημοκρατία ως πολιτικό διακύβευμα

Ο πολιτισμός ως κοινωνικοπολιτισμικό πεδίο

.

Η έννοια της πολιτισμικής δημοκρατίας δεν είναι νέα, ωστόσο δεν έχει απασχολήσει ώς τώρα τον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας, όπως άλλωστε και μια σειρά άλλα σημαντικά ζητήματα του πολιτισμικού πεδίου. Δεν είναι η στιγμή να αναλυθούν οι αιτίες αυτού του κενού, ωστόσο είναι βασικό να υπογραμμιστεί ότι η αναφορά στην πολιτισμική δημοκρατία προϋποθέτει μια έννοια του πολιτισμού πολύ ευρύτερη από τη στενή παραδοσιακή, που περιορίζεται στις τέχνες και την πολιτιστική κληρονομιά. Προϋποθέτει μια διευρυμένη έννοια της κουλτούρας, που αγκαλιάζει το κοινωνικοπολιτισμικό πεδίο, τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του. Αυτό απαιτεί προσπάθεια, ώστε να μην οδηγείται η σκέψη μας συνειρμικά στην αισθητική, τα γράμματα και την αρχαιότητα, αλλά να συνδέεται με τους όρους και τις συνθήκες που διαμορφώνουν την πολιτισμική μας ταυτότητα, τη διαφορετικότητα και τα πολιτισμικά δικαιώματα, τις στάσεις, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές μας. Το ευρύτερο αυτό κοινωνικοπολιτισμικό πεδίο προσφέρει το παραγωγικό έδαφος ώστε να αντιληφθούμε και να ερμηνεύσουμε πιο αποτελεσματικά τη συμβολική οικονομία των νοημάτων, τα δίκτυα και τις συναρμογές, τα φαινόμενα, τις τάσεις, τις συγκρούσεις που διεξάγονται κάτω από τη φαινομενικά ακύμαντη επιφάνεια των κατακερματισμένων προσωπικών επιλογών. Συνδέοντας το κοινωνικοπολιτισμικό πεδίο με την πολιτισμική ιθαγένεια, συνδέουμε τη δομική ανάλυση με τη συγκρότηση του υποκειμένου, κάτι που στις σημερινές συνθήκες κρίσης είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για την κατανόηση των εξελίξεων, καθώς και την αντιμετώπιση του πολιτικού διακυβεύματος που αυτές συνεπάγονται.

.

 

.

Η αμφισβήτηση των ιεραρχικών μοντέλων

.

Η έννοια της πολιτισμικής δημοκρατίας αμφισβητεί σε βάθος τα ιεραρχικά μοντέλα που κυριάρχησαν ώς τις μέρες μας και τα οποία, ανάλογα με τη συγκυρία, ως ηγεμονικά ή ως υπολειμματικά, συνεχίζουν να παίζουν τον ρόλο τους. Αυτά τα μοντέλα –του εκπολιτισμού, του διαφωτισμού, του εκδημοκρατισμού– συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό, αν όχι κυριολεκτικά κυριαρχούν, στις ευρέως αποδεκτές καθημερινές αντιλήψεις και αναπαραστάσεις. Το ίδιο επαληθεύεται στην αρθρογραφία συντηρητικών αλλά και προοδευτικών διανοουμένων και στα κατά καιρούς πολιτικά προγράμματα δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής. Οι διαφορές που παρατηρούνται περιορίζονται, συχνά, σε δευτερεύοντα στοιχεία, ενώ το ιεραρχικό πλαίσιο παραμένει αλώβητο, σαν πυραμίδα γούστου, διάκρισης, αισθητικής, ποιότητας. Αντίθετα, η έννοια της πολιτισμικής δημοκρατίας εγκαθιστά ένα νέο πλαίσιο προβληματισμού, το οποίο δεν χρησιμοποιεί τα παλιά υλικά των σταδίων της προόδου αλλά αναγνωρίζει, χωρίς εκ των προτέρων αποκλεισμούς, το σύνολο των πολιτισμικών πόρων που μια κοινότητα, μια περιφέρεια ή μια χώρα διαθέτει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να χωρέσει η λογική της προσχώρησης στην Κουλτούρα και τον Πολιτισμό με κεφαλαίο αλλά, αντίθετα, θεωρούνται πρωταρχικά η συμμετοχή, η ισοτιμία και τα δικαιώματα. Η συζήτηση αναφορικά με την πολιτισμική δημοκρατία έχει νόημα τόσο ως κριτική και ανανοηματοδότηση της κουλτούρας της καθημερινής ζωής όσο και ως αφετηρία για ένα νέο Πρόγραμμα αξιολόγησης των πολιτισμικών πόρων της χώρας. Ένα πρόγραμμα που θα επαναπροσδιορίζει τη σύνθεση του πολιτισμικού κεφαλαίου της, καθώς και των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του. Είναι προφανές ότι οι πολιτικοί στόχοι ενός τέτοιου Προγράμματος θα εκτείνονται στις πολιτισμικές ανισότητες και διακρίσεις, στην ανακατανομή και την αναδιανομή του συμβολικού κεφαλαίου με όρους δημόσιου και κοινωνικού οφέλους, στα δίκτυα πληροφόρησης και επικοινωνίας, στον πλουραλισμό, στα πρωτόκολλα σύνδεσης με την εκπαίδευση και την οικονομική ανάπτυξη, στα αναδυόμενα σύγχρονα πολιτισμικά φαινόμενα, στις πολιτιστικές πρακτικές και στις πολλαπλές πολιτισμικές ταυτότητες των υποκειμένων.

.

 

.

Πολιτισμική δημοκρατία

.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, το πρόταγμα της πολιτισμικής δημοκρατίας αποτελεί ένα πολιτικό διακύβευμα που αφορά εξίσου τόσο το πεδίο της κουλτούρας όσο και της πολιτικής. Αφορά τόσο την πολιτική κουλτούρα της καθημερινής ζωής όσο και την καθημερινή κουλτούρα της πολιτικής. Δεν είναι δυνατό να υπηρετηθεί από τον κανόνα της πλειοψηφίας, ούτε να ασκηθεί ανά τετραετία αφού δεν είναι αντιπροσωπευτική αλλά συμμετοχική, δεν διεκδικεί τη συγκρότηση των εξουσιαστικών δομών διακυβέρνησης αλλά παράγει μια πολλαπλότητα συλλογικών διαδικασιών και ατομικών στάσεων και εμπειριών, που ασκούν πίεση για την ανανέωση και τον πλουραλισμό των αρτηριοσκληρωμένων δομών πολιτικής διακυβέρνησης. Ως τέτοια, δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στην αντίσταση στην κυρίαρχη σήμερα φιλελεύθερη ηγεμονική κουλτούρα αλλά συγκροτεί ένα νέο πρόγραμμα αναδιάταξης, αναδιαπραγμάτευσης, επαναξιολόγησης και διανομής πόρων. Οφείλει επίσης να διατυπώσει ένα νέο πλαίσιο κανόνων κοινωνικοπολιτισμικού κόστους-οφέλους, αποκαλύπτοντας τη λειτουργία και τις επιπτώσεις των διακρίσεων, των ανισοτήτων, των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων. Αν ο νεοφιλελευθερισμός διεκδικεί σήμερα την ηγεμονική πρόταση για την οικονομία, την πολιτική και το άτομο καταναλωτή, η πολιτισμική δημοκρατία μπορεί να αποτελέσει μια πολιτική πρόταση ανασυγκρότησης του κοινωνικοπολιτισμικού πεδίου και της πολιτισμικής ιθαγένειας σε έναν νέο ορίζοντα λειτουργίας. Συνθέτει τη δομική ανάλυση και την κοινωνική συνοχή με το χειραφετημένο υποκείμενο, τα πολιτισμικά δικαιώματα, τη διαφορετικότητα.

.

Ισχυροποιώντας το καθεστώς αλήθειας και την κουλτούρα της καθημερινής ζωής, το αίτημα της πολιτισμικής δημοκρατίας αποκαλύπτει τους εγγενείς πολιτισμικούς αναχρονισμούς, αντιφάσεις και προβλήματα που επίμονα συντηρούνται στους κόλπους της πολιτικής δημοκρατίας. Η έννοια της πολιτισμικής δημοκρατίας τέμνει, ερμηνεύει και συναρμόζει τα παραπάνω υπαγορεύοντας στρατηγικές και προτάσεις δημόσιας παρέμβασης. Οι κοινωνικοπολιτισμικοί στόχοι μπορούν με τον τρόπο αυτό να υποστηριχθούν από δημόσιες πολιτικές που υπηρετούν τις ανάγκες, την έκφραση, τη συμμετοχή, τον διάλογο και την κοινωνικοπολιτισμική συνοχή.

.

 

.

Νέα Διακυβέρνηση

.

Η Νέα Διακυβέρνηση που διαπνέεται από το νεοφιλελεύθερο δόγμα, προτείνει την αποδυνάμωση και τον περιορισμό του ρόλου του κράτους υπέρ της ενίσχυσης της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό ωστόσο οδηγεί όχι μόνο στον περιορισμό του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους αλλά και στην ενίσχυση του οικονομικού πεδίου σε βάρος του πολιτικού. Το κράτος αποσύρεται από στρατηγικούς τομείς σχεδιασμού και ρύθμισης στο όνομα της αυτορρύθμισης της αγοράς. Το κράτος πρόνοιας και η κοινωνικοπολιτισμική συνθήκη εγκαταλείπονται ως πεδία δημόσιων παρεμβατικών πολιτικών, ενώ την ίδια στιγμή εντείνονται οι ιδεολογικές χρήσεις της κουλτούρας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η εικόνα της κοινωνίας προβάλλει κατακερματισμένη, χωρίς κοινούς παρονομαστές, ένα άθροισμα φιλελεύθερων ατόμων, επιλεκτικού και ευμετάβλητου προσανατολισμού. Η ανασυγκρότηση των πολιτισμικών ταυτοτήτων γίνεται μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατίας των ευκαιριών, της αριστείας, της κατανάλωσης, της καινοτομίας, ενώ η συμμετοχή ανάγεται σε ad hoc επικοινωνία. Τα δίκτυα επικοινωνίας ανυψώνονται σε καθαυτό δημοκρατική διαδικασία. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, τα δίκτυα δεν είναι ούτε ουδέτερα ούτε ισότιμα ούτε μια πιο δημοκρατική εκδοχή των υπαρχουσών δομών εξουσίας. Είναι τα ίδια οι νέοι θύλακοι εγκατάστασης εξουσιαστικών δομών, στα οποία οι κεντρικοί κόμβοι ισχύος συσσωρεύουν τεράστιες δυνάμεις χειραγώγησης και ελέγχου. Η συνύπαρξη ισχυρών και ασθενών κόμβων ως έκφραση ισχυρών και ασθενών κοινοτήτων κοινωνικοπολιτισμικής ισχύος, που μπορούν εξίσου καλά να έχουν συντηρητικό ή προοδευτικό προσανατολισμό, χαρακτηρίζεται επίσης από έλλειψη δημοκρατικού κανονιστικού πλαισίου και εγγυήσεων. Σε αυτά, η διαφορετικότητα είναι συχνά συνώνυμη του ανταγωνισμού, ενώ η κοινωνικοπολιτισμική συνθήκη εκλαμβάνεται σαν ένα αντικαταστάσιμο «περιεχόμενο» που μπορεί να υπάρχει χωρίς προϋποθέσεις ή προαπαιτούμενα.

.

 

.

ΚΡΙΣΗ – Αλλαγή παραδείγματος

.

Αλλά η κρίση έχει φέρει στο φως μια αλλαγή πολιτισμικού παραδείγματος της δημόσιας κουλτούρας και της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια οι ταυτότητες των μεσαίων στρωμάτων απειλούνται και πλήττονται σε σημαντικό βαθμό, χάνοντας τις βεβαιότητες και τις ρουτίνες τους. Αναδύονται αισθήματα ανασφάλειας, πανικού και ενοχικής αναθεώρησης του προηγούμενου τρόπου ζωής, των ιδεολογιών και, κυρίως, των κοσμοαντιλήψεων. Η αναζήτηση νέων προσανατολισμών εξαιτίας της κρίσης, στο πεδίο των νοοτροπιών, των κανόνων συμβίωσης και των συμπεριφορών βρέθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μετέωρη, χωρίς ικανή ενδοχώρα θεωρητικών εργαλείων και δημόσιου διαλόγου. Στη θέση της δημόσιας πολιτιστικής πολιτικής απέμεινε ένα υπολειμματικό κρατικό σκέλεθρο, το οποίο συντηρεί αμυντικά το πιο αναχρονιστικό τμήμα των αδρανών υπηρεσιών, το περισσότερο εξαρτημένο πελατειακά, το πιο αναποτελεσματικό ενώ, αντίθετα, καταργεί το πιο ικανό επιχειρησιακά, το πιο αποτελεσματικό, το πιο εξωστρεφές. Αυτές είναι οι μοιραίες κυβερνητικές επιλογές στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων. Από την πλευρά τους, οι παλιές και οι νέες ελίτ που αναδιατάσσονται σε αυτή τη μεταβατική φάση, βρίσκονται σε υπαρξιακή αναζήτηση αυτοπροσδιορισμού, προσανατολισμού και ισορροπιών.

.

Μια νέα πολιτισμική ανάλυση κρίνεται προς τούτο απαραίτητη. Πάνω της χρειάζεται να θεμελιωθεί ένα κοινωνικοπολιτισμικό και πολιτιστικό στρατηγικό σχέδιο που θα στοχεύει στο πιο θεμελιακό: στον επαναπροσδιορισμό του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας και της σύστασής του. Αυτός ο επαναπροσδιορισμός θα επιτρέψει να αναδειχθούν οι νέοι στρατηγικοί άξονες, οι τρόποι αναδιοργάνωσης των πόρων και αναδιάρθρωσης των δομών, η ανανέωση των εργαλείων, η επανασύσταση της πολιτισμικής ιθαγένειας, με μια λέξη η νέα καταστατική συνθήκη και οι μέθοδοι της κρατικής παρέμβασης σε αυτό που αποκαλούμε κουλτούρα και πολιτισμό της χώρας.

.

Ο ρόλος του κράτους οφείλει να είναι ρυθμιστικός και εκείνος του εγγυητή του πλαισίου και των κανόνων συνεργασίας με τους ισχυρούς ιδιωτικούς δρώντες. Αυτό σημαίνει ένα πολιτισμικό σχέδιο για τη χώρα και τις δημιουργικές της δυνάμεις

.

Ο ρόλος του αυτός, όσο κι αν βρίσκεται υπό πίεση, όσο κι αν έχει τα χαρακτηριστικά μιας ταραγμένης και αβέβαιης μεταβατικής φάσης, είναι αναντικατάστατος. Κανείς από τους άλλους δρώντες πέραν του κράτους δεν έχει την αρμοδιότητα και τη δυνατότητα να αναλάβει την πολιτική ευθύνη του σχεδιασμού, τη θεσμική κατοχύρωση, την εγγύηση της νομιμότητας και τον έλεγχο. Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη του πολιτικού προσωπικού και των ελίτ, που έχουν απομείνει αμήχανοι απέναντι στο πτωχευμένο παραδοσιακό κρατικιστικό μοντέλο και αδρανείς απέναντι σε έναν νέο σχεδιασμό και αναδιαπραγμάτευση.

.

Ωστόσο, εάν η πολιτική ατζέντα δεν μπει στη δοκιμασία των αιτημάτων της πολιτισμικής ατζέντας, περιορίζεται ασφυκτικά το βάθος της δημοκρατίας. Η πολιτική δημοκρατία χάνει το εύρος και την κοινωνική της αποτελεσματικότητα όσο παραβλέπει τα ζητήματα της πολιτισμικής δημοκρατίας, ενώ εγκαταλείπεται στις επιθέσεις αυταρχικών και πατερναλιστικών ιδεολογιών. Εάν δεν υπάρξει ένα νέο σχέδιο για την πολιτισμική ζωή της χώρας, οι αλλαγές που θα επέλθουν θα είναι ερήμην και σε βάρος των πιο ευάλωτων ομάδων, σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνικής αλληλεγγύης που κρατάει μια κοινωνία πολιτισμικά ζωντανή. Στον βαθμό που ως ενσυνείδητοι πολίτες πρεσβεύουμε την πολιτική ισοτιμία και την ενεργό συμμετοχή, θα πρέπει και να αναλάβουμε απέναντι στην πολιτισμική λογική του νεοφιλελευθερισμού, γεμάτη πειθάρχηση, κυνισμό και ωφελιμισμό, την πολιτική ευθύνη που συνεπάγεται το ζητούμενο της πολιτισμικής δημοκρατίας.

.

Η παραγνώριση της πολιτισμικής διάστασης της δημοκρατίας που βιώνουμε, με την όλο και φτωχότερη δημόσια εκπαίδευση, το έλλειμμα πληροφόρησης των Μ.Μ.Ε., τις άδικες κατανομές των δημοσίων δαπανών οδηγεί, όπως διαπιστώνουμε το τελευταίο διάστημα, στον κίνδυνο της πιο σκοτεινής και απεχθούς κοινωνικής μηχανικής που επιβάλλεται πάνω σε μια κοινωνία χωρίς κοινωνική συνοχή και με ανασφαλή ταυτότητα. Είναι σημαντικό να ανοίξουμε τον διάλογο για όλα τα παραπάνω, αναζητώντας τον Λόγο και τις πολιτικές που θα γεφυρώσουν το έλλειμμα δημοκρατίας εκεί που το έχουμε περισσότερο ανάγκη, στην καθημερινή μας κουλτούρα, δηλαδή εκεί όπου συγκροτείται η ταυτότητα του δημοκρατικού πολίτη. Αυτή είναι ίσως η καλύτερη γραμμή άμυνας της δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της κάτω από τις σημερινές συνθήκες.

.

 

.

Αναδημοσίευση απο την ιστοσελίδα ΧΡΟΝΟΣ

Σχολιασμός

Σχόλια

Ιδιοκτησία
e-Μεταρρύθμιση

Εκδότης
Γιάννης Μεϊμάρογλου

Διεθυντής Σύνταξης
Μιχάλης Κυριακίδης
mkyriak@gmail.com

Επικοινωνία
info@metarithmisi.gr

H «Μεταρρύθμιση» είναι ηλεκτρονικός κόμβος ο οποίος λειτουργεί με αυτήν τη μορφή από τον Μάρτιο του 2012. Από το 2005 κυκλοφορούσε ως έντυπο και στη συνέχεια ως ηλεκτρονικό περιοδικό.

Ξεκίνησε από μια ομάδα ανθρώπων με κοινό χαρακτηριστικό την αγωνία για τη συγκρότηση ενός μεγάλου μεταρρυθμιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Πρόθεσή μας είναι η ενθάρρυνση των διαδικασιών για μια μεγάλη προοδευτική παράταξη και η ανάδειξη της ανάγκης να εκφρασθεί σε όλα τα επίπεδα – πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό – η οπτική μιας σύγχρονης κοινωνίας, απαλλαγμένης από τις παθογένειές της.

Αναφέρεται στο χώρο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, του ριζοσπαστικού κέντρου, του κοινωνικού και πολιτικού φιλελευθερισμού και επιδιώκει τον διάλογο ανάμεσα στις δημοκρατικές - προοδευτικές δυνάμεις της χώρας.

Copyright © www.metarithmisi.gr.

To Top