ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Χρειάζεται νοοτροπία δημιουργικής πρωτοβουλίας και συνεννόησης

Η αυτοβιογραφία του Γιώργου Βασιλείου αποτελεί για τον Έλληνα αναγνώστη, που γνωρίζει τον Γιώργο Βασιλείου ως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, μια αναπάντεχη έκπληξη. Διαπιστώνει από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, ότι η μεταπολεμική Ελλάδα καθόρισε αποφασιστικά τη ζωή του, ότι οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις που γνώρισε η χώρα μας, αν και σήμερα λίγο ως πολύ ξεχασμένες, διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του. Το βιβλίο μοιάζει σε ορισμένα τμήματά του με μυθιστόρημα. Θυμίζει ζωντανά τις περιπέτειες που έζησε η Κύπρος και η Ελλάδα.

Ο πατέρας του Γιώργου Βασιλείου, ο οφθαλμίατρος Βάσος Βασιλείου, ήταν ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου. Όταν το ΚΚΕ απηύθυνε το 1949 έκκληση στα αδελφά κόμματα για βοήθεια σε ιατρικό προσωπικό, ο Βάσος Βασιλείου αναχώρησε με τη γυναίκα του από την Κύπρο για τα ελληνικά βουνά. Έφτασε στο Βίτσι τον Μάιο του 1949, συμμετείχε ως γιατρός στον εμφύλιο πόλεμο και στην τελική μάχη στο Γράμμο, που κατέληξε στην ήττα του «Δημοκρατικού Στρατού» και στην υποχώρησή του στην Αλβανία. Από την Αλβανία ο Βασιλείου μεταφέρθηκε στις αρχές του 1950 στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν και όχι στην Ουγγαρία, όπως είχε ζητήσει. Ήταν υπό δυσμένεια γιατί η στάση του απέναντι στην ηγεσία του ΚΚΕ ήταν κριτική. Δέκα χρόνια μετά, το 1960, επέστρεψε από την Τασκένδη στη Λεμεσό.

Έχουμε διαβάσει πολλές περιγραφές του εμφυλίου. Ο Γιώργος Βασιλείου αποφεύγει τις πολιτικές αναλύσεις. Εξιστορεί κυρίως τα γεγονότα. Τα γεγονότα δείχνουν ανάγλυφα ότι η Ελλάδα βρέθηκε στη δίνη του Εμφυλίου όχι μόνο γιατί οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί και οι Σοβιετικοί την θεωρούσαν ένα πιόνι στη μεταξύ τους διαμάχη για τον έλεγχο της Ανατολικής Ευρώπης. Παρασύρθηκε στην αδελφοκτόνο διαμάχη και γιατί οι εγχώριες πολιτικές δυνάμεις επέμεναν στην ακραία σύγκρουση με σκοπό την εξαφάνιση του αντιπάλου. Ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα υπήρξαν και σε άλλα κράτη μετά το τέλος του παγκόσμιου πολέμου. Αλλά, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ιταλίας, αποτίμησαν τις διεθνείς συνθήκες, τις επιπτώσεις μιας εμφύλιας σύρραξης και προχώρησαν σε συμβιβασμούς, ώστε να επανέλθει σχετική πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ιδέα αμοιβαίων υποχωρήσεων, εξεύρεσης ενός τρόπου συνύπαρξης, ώστε να λειτουργήσει ένα δημοκρατικό πολίτευμα και ένα κράτος δικαίου απορρίφθηκε από τους πρωταγωνιστές και των δύο πλευρών. Επιδίωξή τους ήταν η απόλυτη κυριαρχία, η χωρίς περιορισμούς νομή της εξουσίας, η πλήρης υποταγή της άλλης παράταξης, όπως συνέβη το 1936 με τη δικτατορία του Μεταξά ή στις κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτικής ζωής ήταν και είναι δυστυχώς το χάσμα αντιπαλότητας, η παράλογη εχθρότητα, η άρνηση συνεννόησης και η αδυναμία σύμπραξης. Κάθε νέα κυβέρνηση καταδίκαζε ακόμη και μετά την επάνοδο της δημοκρατίας το 1974 την προηγούμενη, αρνιόταν ότι προσέφερε το οτιδήποτε, ανέστελλε δραστηριότητες που είχαν ξεκινήσει, καταργούσε θεσμούς και υποσχόταν μια νέα αρχή, που βεβαίως δεν πραγματοποιόταν. Ακραία περίπτωση αυτής της συμπεριφοράς ήταν η επανεκτίμηση από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το 2004 των στατιστικών στοιχείων που επέτρεψαν την είσοδο της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ. Η αναθεώρηση των στοιχείων εξέθεσε την Ελλάδα, τη στιγμάτισε διεθνώς. Όταν το 2006 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τελικά δέχτηκε ότι η Ελλάδα κατέγραψε κατά σωστό τρόπο τις στρατιωτικές της δαπάνες και η μέθοδος που υποστήριζε η Νέα Δημοκρατία ήταν εσφαλμένη, ήταν πια αργά. Η ζημιά είχε γίνει. Μόνο για την Ελλάδα γινόταν παντού λόγος για «δημιουργική λογιστική». Μόνο η Ελλάδα αναφερόταν διαρκώς στη διεθνή συζήτηση, ως το μαύρο πρόβατο που κατασπατάλησε τα χρήματα των Ευρωπαίων μολονότι και άλλες χώρες είχαν υψηλότερα ελλείμματα του επιτρεπτού το κρίσιμο έτος για την ένταξή τους. Δεν γνωρίζω, παρά τις πολλές εναλλαγές κυβερνήσεων που έγιναν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άλλη κυβέρνηση εκτός εκείνης του κ. Μπαρόζο στην Πορτογαλία, προέδρου της Επιτροπής στη διάρκεια της ελληνικής απογραφής, να κατέφυγε σε παρόμοια μέθοδο συκοφάντησης προηγούμενης κυβέρνησης. Στον πυρήνα της Ένωσης η κοινωνική συνείδηση είναι πιο αναπτυγμένη, η κοινωνία έχει διαμορφώσει διάφορους τρόπους σύμπραξης και συνεννόησης μεταξύ των διαφόρων ομάδων και συμφερόντων, η κοινωνία πολιτών είναι ισχυρότερη και ελέγχει και αντιδρά στην παράλογη συμπεριφορά. Η στρατηγική της ακραίας αντιπαλότητας στην πολιτική μας ζωή δεν είναι μία αναπόφευκτη ελληνική ιδιαιτερότητα, ένα ελάττωμα, είναι η αιτία της αδυναμίας μας να ξεπεράσουμε την υστέρησή μας, ο μηχανισμός που μας καθηλώνει.

Ο Γιώργος Βασιλείου έφυγε το 1948 από την Κύπρο για σπουδές στην Ελβετία. Λόγω της περιπέτειας των γονέων του έζησε από το 1950 στην Βουδαπέστη. Εργάστηκε ως εργάτης σε εργοστάσιο, απέκτησε την ειδικότητα τορναδόρου, σπούδασε ταυτόχρονα στο πανεπιστήμιο οικονομικά, χάρη στις επιδόσεις του ταξίδεψε στο Λονδίνο για να συμπληρώσει την εκπαίδευσή του, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στην Ουγγαρία το 1959 για αντικαθεστωτική δράση. Επιστρέφει οριστικά στην Κύπρο το 1960. Στα δέκα χρόνια παραμονής στην Ουγγαρία έζησε γεγονότα, που καθόρισαν την πορεία του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», την αλλαγή πολιτικής μετά το θάνατο του Στάλιν το 1953, την επανάσταση στην Ουγγαρία το 1956, την καταστολή της και τους διωγμούς που την ακολούθησαν. Αν και ήταν από εκείνους που πίστευαν στο σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, διαμόρφωσε μια εξαιρετικά αρνητική άποψη για το καθεστώς. Γράφει ο ίδιος: «Η τραγωδία έγκειται στο ότι αυτού του είδους ο σοσιαλισμός που βασίζεται στη δικτατορία του προλεταριάτου μετατρέπεται σε δικτατορία ενός ατόμου σε συνεργασία με ένα στενό κύκλο αυθαίρετα διορισμένων στελεχών του κυβερνώντος κόμματος». Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης κατά τον Βασιλείου έδειξε, όπως γράφει, ότι «ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία του ατόμου μόνο μέσα στα πλαίσια ενός πραγματικά δημοκρατικού συστήματος και ορθής λειτουργίας της αγοράς είναι εφικτός».

Η εμπειρία του Βασιλείου επιβεβαιώνει ότι τα μη αμφισβητήσιμα δόγματα, όπως εκείνα που οδήγησαν στη δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης και στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» διαμορφώνονται από τις συνθήκες και τα δεδομένα συγκεκριμένης εποχής. Γι’ αυτό και δεν επιβιώνουν όταν η εποχή αναπόδραστα αλλάζει. Το 1989 πολλοί ανήγγειλαν το τέλος της ιστορίας γιατί μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης η κυρίαρχη αντιπαλότητα στο παγκόσμιο επίπεδο έπαψε να υπάρχει. Η συνέχεια τους διέψευσε τραγικά. Ζήσαμε και ζούμε νέες παγκόσμιες αντιπαραθέσεις, όπως την αντιπαράθεση του φανατικού ισλαμισμού με τις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης αλλά και την παγκοσμιοποίηση που σχετικοποίησε τη σημασία του κράτους έθνους, της εθνικής κυριαρχίας και της εθνικής αυτονομίας. Κανένα κράτος σχεδόν πια δεν μπορεί να καθορίζει ανεξάρτητα την οικονομική πολιτική του αγνοώντας τις αντιδράσεις των διεθνών αγορών, τη σημασία της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, την τεχνολογία, την γνώση που αναπτύσσεται σε άλλα μέρη του πλανήτη. Η κομμουνιστική και εθνικιστική επιδίωξη της αυτάρκειας που είχε αναδείξει η Σοβιετική Ένωση είναι αδύνατη.

Όμως ακόμη βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δογματισμούς και οράματα που πηγάζουν είτε από τις παλιές ιδεολογικές κατασκευές της παραδοσιακής Αριστεράς είτε συναρτώνται με τον άκρατο εθνικισμό της Δεξιάς. Οι οπαδοί τους θεωρούν ότι ο τόπος μπορεί να προκόψει με τη δραχμή, μπορεί να πραγματοποιήσει μονομερή καταγγελία διεθνών συμβάσεων και διεθνών συμφωνιών χωρίς συνέπειες, να απαλλαγεί από τις διεθνείς αγορές, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, το διεθνές εμπόριο, και να αναδείξει τη βούλησή μας ως τον μόνο ισχυρό μοχλό για την επίλυση όλων των προβλημάτων.

Το ουτοπικό σχέδιο που υπόσχονται δεν είναι εφικτό, όπως δεν ήταν εφικτός ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο είτε στην Ουγγαρία είτε στο Ουζμπεκιστάν και στην Τασκένδη όπου έζησε η οικογένεια Βασιλείου. Δεν υπήρχαν οι κοινωνικές και οι οικονομικές προϋποθέσεις. Αλλά και σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι δυνατό να επιζήσει το πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης που διαμορφώθηκε μετά τον παγκόσμιο πόλεμο έως τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και το οποίο προσπαθούν να διατηρήσουν με κάθε μέσο ορισμένες κοινωνικές ομάδες με απεργίες, κινητοποιήσεις και μόνιμη άρνηση. Τα προνόμια, οι ανισότητες, οι παροχές σε ειδικές ομάδες, η συντεχνιακή και πελατειακή οργάνωση ανήκουν σε άλλη εποχή. Η επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης δεν πραγματοποιείται με θεσμοποίηση των ανισοτήτων χάρη στον εξωτερικό δανεισμό και με την παραγωγική αδυναμία. Χρειάζονται προσαρμογές στη σύγχρονη εποχή, νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, συνεχείς μεταρρυθμίσεις. Χρειάζεται να ξεπεράσουμε την υστέρησή μας.

Μετά την επιστροφή στην Κύπρο το 1960 ο Γιώργος Βασιλείου εργάστηκε ως σύμβουλος επιχειρήσεων. Αργότερα δημιούργησε το Κέντρο Ερευνών Μέσης Ανατολής (ΚΕΜΑ) με έργο την έρευνα αγορών για επιχειρήσεις που ήθελαν να επεκτείνουν την δραστηριότητά τους όχι μόνο στην Κύπρο αλλά σε όλη τη Μέση Ανατολή.

Η προσπάθειά του ήταν εξαιρετικά επιτυχής. Πολλές πολυεθνικές εταιρείες, που ήθελαν να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην Αίγυπτο, στο Λίβανο, στη Συρία, στη Σαουδική Αραβία και στις άλλες χώρες της περιοχής, συνεργάστηκαν μαζί του. Όπως παρατηρεί στο βιβλίο του «την εποχή εκείνη οι γνώσεις για τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη ήταν πολύ περιορισμένες. Η παροιμία «μεταξύ των τυφλών επικρατεί ο μονόφθαλμος» εκφράζει πολύ καλά την τότε πραγματικότητα».

Η δραστηριότητα αυτή του Βασιλείου ήταν, πιστεύω, ένα από τα κλειδιά της μεταγενέστερης πολιτικής επιτυχίας του. Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται η απαξιωτική έκφραση «παιδί του κομματικού σωλήνα» για όσους αναδείχθηκαν με βάση την κομματική τους δραστηριότητα. Υπάρχουν όμως και πολύ περισσότερα παιδιά του «οικογενειακού σωλήνα» που στήριξαν την άνοδό τους στις πελατειακές δραστηριότητες των γονέων τους πολιτικών. Και οι δύο κατηγορίες δεν έχουν αναπτύξει επαγγελματική δραστηριότητα, αγνοούν γι’ αυτό τον κόσμο της δουλειάς, την πειθαρχία της εργασίας, το περιβάλλον του εργαζόμενου στο οποίο ζουν οι περισσότεροι πολίτες. Κατά κανόνα στις δραστηριότητές τους εκτός του κόμματος και της πελατειακής δραστηριότητας, υποτιμούν την ανάγκη προετοιμασίας, τη σχεδιασμένη δουλειά, τη συστηματική δράση. Η πολιτική τους καριέρα είναι μια καριέρα ρουτίνας με στόχο την επανεκλογή. Έτσι συνεχίζουν τα προβλήματα του τόπου να υπάρχουν αναλλοίωτα παρά την αλλαγή προσώπων. Ιδίως σήμερα, όπου ένα μεγάλο τμήμα της εθνικής πολιτικής είναι συνδεδεμένο με την ευρωπαϊκή πολιτική και επηρεάζεται από τον τρόπο εργασίας των ευρωπαϊκών οργάνων και σχέσεων, η άγνοια ενός συστηματικού τρόπου επαφών και συνεργασίας μπορεί να αποβεί εξαιρετικά αρνητική. Αποτέλεσμα είναι συνήθως να δημιουργείται η εικόνα αδράνειας, αγνόησης των κοινοτικών κανόνων με δυσάρεστα αποτελέσματα για την εικόνα της χώρας.

Το τρίτο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στην υποψηφιότητα του Γιώργου Βασιλείου για Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και την εκλογή του ως Προέδρου στις 21 Φεβρουαρίου 1988.

Κομβικός σταθμός στην πορεία του Κυπριακού ήταν η ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου» από τον Ραούφ Ντενκτάς στις 15 Νοεμβρίου 1983. Το γεγονός αυτό, το οποίο αιφνιδίασε τη Λευκωσία και την Αθήνα, δημιούργησε νέα δεδομένα, οδήγησε σε σκλήρυνση της στάσης της τουρκικής πλευράς και σε «επανεθνικοποίηση» του ζητήματος από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Ο τότε πρόεδρος της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού υιοθέτησε μια «απορριπτική» πολιτική σε όλες τις προτάσεις επίλυσης που παρουσιάστηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη και τον διεθνή παράγοντα. Η στάση αυτή οδήγησε την ελληνοκυπριακή ηγεσία στην απομόνωση και στην απώλεια αξιοπιστίας τόσο έναντι των Ηνωμένων Εθνών όσο και της διεθνούς κοινότητας. Αποκορύφωμα της αντιπαραγωγικής πολιτικής της κυπριακής ηγεσίας ήταν πρώτα η αποδοχή και μετά η απόρριψη του Σχεδίου Πλαισίου Συμφωνίας για το Κυπριακό που υπέβαλαν τα Ηνωμένα Έθνη τον Μάρτιο του 1986.

Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Πλαισίου Συμφωνίας ο Κυπριανού, υποστηριζόμενος από το ΔΗ.ΚΟ, την ΕΔΕΚ και την Ένωση Κέντρου του Τάσσου Παπαδόπουλου υιοθέτησε την «πολιτική της πρόταξης». Δηλαδή, την πολιτική που απαιτούσε πριν από την έναρξη οιασδήποτε διαπραγμάτευσης με την τουρκική πλευρά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και εποίκων, την παραχώρηση νέων αποτελεσματικών εγγυήσεων και την εφαρμογή των τριών βασικών ελευθεριών (διακίνησης, εγκατάστασης και περιουσίας). Η πολιτική της «πρόταξης» δεν ήταν μόνο μη ρεαλιστική, αλλά ουσιαστικά ματαίωνε την προοπτική συμβιβαστικής λύσης στο Κυπριακό. Ήταν προφανές, ότι ο Κυπριανού είχε αδυναμία σύλληψης του εφικτού και του τρόπου διεκδίκησής του.

Την περίοδο αυτή αποκρυσταλλώθηκαν οι «δύο σχολές σκέψης» στο Κυπριακό οι οποίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής της ελληνοκυπριακής πλευράς όπως διαφάνηκε ξεκάθαρα και στο δημοψήφισμα του Απριλίου 2004 για το σχέδιο Ανάν. Οι δύο σχολές σκέψεις είναι η ρεαλιστική και η απορριπτική. Την πρώτη εξέφραζαν κυρίως τη δεκαετία του ’80 ο Γλαύκος Κληρίδης (ΔΗ.ΣΥ) και ο Εζεκίας Παπαϊωάννου (ΑΚΕΛ). Την δεύτερη εξέφραζαν ο Σπύρος Κυπριανού (ΔΗ.ΚΟ), ο Βάσος Λυσσαρίδης (ΕΔΕΚ), ο Τάσσος Παπαδόπουλος και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου.

Η υποψηφιότητα του Γιώργου Βασιλείου τάραξε τα λιμνάζοντα νερά του πολιτικού συστήματος της Κύπρου. Ήταν μια κίνηση με προοπτικές, έξω από το παραδοσιακό πλαίσιο της μέχρι τότε πολιτικής ζωής του τόπου. Ο Βασιλείου ήταν ο πρώτος υποψήφιος πρόεδρος ο οποίος δεν ανήκε στη λεγόμενη «πολιτική γενιά του 60». Ήταν, δηλαδή, εκτός της ομάδας που πρωταγωνίστησε στη διαμόρφωση των δομών εξουσίας τη δεκαετία του ’60. Γι’ αυτό και η παραδοσιακή πολιτική ελίτ τον αντιμετώπισε στην αρχή με σκεπτικισμό και αμηχανία. Τον χαρακτήρισε ως «αλεξιπτωτιστή» της πολιτικής και τον θεώρησε «απειλή» για την επικυριαρχία της στην πολιτική αρένα.

Ο Βασιλείου θεωρήθηκε αντίθετα από την κοινή γνώμη ως «νέος» και «άφθαρτος» πολιτικός. Δεν είχε συμμετάσχει στις μέχρι τότε πολιτικές διαμάχες και οι διαμαρτυρίες για κομματοκρατία δεν τον αφορούσαν. Κατάφερε γι’ αυτό να οικοδομήσει πειστικά την εικόνα ενός πολιτικού του οποίου η επιστημονική και πρακτική πείρα και επιτυχία στα θέματα διαχείρισης της οικονομίας μπορούσαν να δώσουν νέα ώθηση στην ανάπτυξη και στην ευημερία του τόπου.

Ο Βασιλείου ως πολιτική προσωπικότητα είχε ισχυρά πλεονεκτήματα: οι οικογενειακές και ιδεολογικές του καταβολές του έδωσαν τη δυνατότητα να απευθυνθεί στον κόσμο της παραδοσιακής αλλά και της ευρύτερης Αριστεράς. Ως επιτυχημένος οικονομολόγος και επιχειρηματίας μπορούσε να απευθυνθεί πειστικά και να μιλήσει στην ίδια γλώσσα με την αστική Δεξιά. Είχε κοσμοπολίτικη και ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα που του επέτρεπε να κινείται με άνεση και με αυτοπεποίθηση ανάμεσα σε ευρωπαίους ηγέτες. Ήταν απεγκλωβισμένος από τριτοκοσμικά σύνδρομα και τη λογική του Κινήματος των Αδεσμεύτων.

Όλα τα πιο πάνω διαμόρφωσαν την προσέγγισή του στο Κυπριακό και τον καθοδήγησαν στην προσπάθειά του για να σπάσει το αδιέξοδο. Πίστευε, και πιστεύει, ότι η αναζήτηση της λύσης του προβλήματος μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από μια διαλεκτική-συμβιβαστική προσέγγιση μεταξύ των μερών. Είχε, και έχει, την δυνατότητα αντίληψης τι είναι εφικτό και τι όχι. Εξέφρασε αντίθετες θέσεις στην παραδοσιακή «απορριπτική» προσέγγιση. Αντιπροσώπευε την ρεαλιστική-πραγματιστική προσέγγιση στην προώθηση λύσης του Κυπριακού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι δηλώσεις του πριν εκλεγεί στις 8 Νοεμβρίου 1987 σε συνέντευξή του στο «Φιλελεύθερο» όπου αναγνώρισε την τουρκική αδιαλλαξία αλλά, ταυτόχρονα, τόνισε την ανάγκη για «μια λύση όσο το δυνατό πιο γρήγορα». «’Εκδηλα», δήλωσε, «δεν μπορούμε εμείς να καθορίσουμε το χρόνο της λύσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αδιαφορούμε για τον χρόνο, που δεν δουλεύει υπέρ μας».

Η αντίληψη ότι ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ των Ελληνοκυπρίων έκανε τον Βασιλείου υπέρμαχο μιας ενεργητικής πολιτικής πρωτοβουλιών η οποία θα έβγαζε το Κυπριακό από το τέλμα. Ήξερε ότι για να υπάρξει ουσιαστική και εποικοδομητική εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα η ελληνοκυπριακή πλευρά έπρεπε να επιδείξει πραγματισμό και διάθεση για συμβιβασμό. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι υπήρξε πρωτοπόρος της ιδέας να έρθει η Κύπρος πιο κοντά στην Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή του κουλτούρα ήταν εχέγγυο για να κτίσει μια ευρωπαϊκή πολιτική και να πείσει τους διεθνείς συνομιλητές του για την ειλικρίνεια των προθέσεών του.

Ο Βασιλείου παρά τις προβλέψεις των παραδοσιακών πολιτικών, κέρδισε τις εκλογές στις 21 Φεβρουαρίου 1988 με ποσοστό 51,63%.

Το τι συνέβη μετά θα το διαβάσουμε στο δεύτερο τόμο της αυτοβιογραφίας του που περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα κλείσω με μια γενικότερη παρατήρηση για την οποία μου έδωσε αφορμή το βιβλίο του Γιώργου Βασιλείου. Θέτει έμμεσα το ερώτημα, αν αντλήσαμε από το ταραχώδες παρελθόν μας τα διδάγματα που θα έπρεπε. Αμφιβάλλω για την απάντηση.

Οι εξωπραγματικές φαντασιώσεις για τις δυνατότητες της χώρας αποτελούν ένα μόνιμο φαινόμενο σε ένα μικρό ή και μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Είναι αποτέλεσμα ελλειπούς γνώσης και πληροφόρησης αλλά και καλλιέργειας του προτύπου σύμφωνα με το οποίο αρκεί η βούληση για να πετύχουμε το οτιδήποτε. Ακραίο παράδειγμα της αυτοκαταστροφικής μυθοπλασίας, για να επανέλθω στο βιβλίο του Βασιλείου, είναι η ανατροπή του συνταγματικού καθεστώτος της Κύπρου το 1974 από τη χούντα. Πίστευε ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να επέμβουν και εάν επενέβαιναν οι ελληνικές δυνάμεις θα τους απωθούσαν χωρίς δυσκολία. Στην υπόθεση των Ιμίων το 1996 η επάνοδος στην ρύθμιση που ίσχυε από τότε που τα Δωδεκάνησα έγιναν ελληνικά αποτέλεσε για τους ίδιους κύκλους προδοσία. Η Ελλάδα κατ’ αυτούς θα έπρεπε να κηρύξει πόλεμο στην Τουρκία. Σήμερα η προσοχή τους στρέφεται στην άμεση κήρυξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ώστε η Ελλάδα να αποκτήσει όλα τα δικαιώματα που απονέμει το Διεθνές Δίκαιο σε μια ζώνη που επεκτείνεται ως τα διακόσια ναυτικά μίλια από την ακτή. Έτσι θα εξασφαλίσουμε μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται, και τα πετρέλαια που θα μας βοηθήσουν να ξεπεράσουμε την κρίση. Όμως στην περίπτωση της Ελλάδας ισχύει κατά το Διεθνές Δίκαιο η αρχή ότι, όταν η ζώνη των 200 μιλίων μιας χώρας προσκρούει στη ζώνη μιας άλλης χώρας, όπως συμβαίνει π.χ. στο Αιγαίο, η λύση πρέπει να βρεθεί είτε με κοινή συμφωνία των ενδιαφερομένων χωρών είτε μέσω προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο. Θα πρέπει επομένως η Ελλάδα να επιδιώξει τη συνεννόηση με τις χώρες των οποίων η ΑΟΖ αλληλοεπικαλύπτεται με τη δική της, όπως συμβαίνει ήδη με την Αίγυπτο, και αν η συνεννόηση αυτή αποτύχει να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο.

Το «έτσι θέλω» δεν υποδηλώνει δύναμη αλλά αδυναμία. Δύναμή μας πρέπει να είναι οι προτάσεις για την εξεύρεση λύσεων και τη σύνθεση απόψεων. Με τη δημιουργική συνεργασία μας κερδίζουμε αξιοπιστία και απήχηση στη διεθνή κοινότητα είτε στο θέμα της οικονομικής κρίσης είτε στο Κυπριακό είτε στο θέμα της ΑΟΖ και προπαντός αποφεύγουμε καταστροφικά αδιέξοδα. Η χώρα χρειάζεται να διαμορφώσει μια νοοτροπία δημιουργικής πρωτοβουλίας και συνεννόησης. Τότε θα ξεπεράσει την υστέρησή της και θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματά της.

Σχολιασμός

Σχόλια

Ιδιοκτησία
e-Μεταρρύθμιση

Εκδότης
Γιάννης Μεϊμάρογλου

Διεθυντής Σύνταξης
Μιχάλης Κυριακίδης
mkyriak@gmail.com

Επικοινωνία
info@metarithmisi.gr

H «Μεταρρύθμιση» είναι ηλεκτρονικός κόμβος ο οποίος λειτουργεί με αυτήν τη μορφή από τον Μάρτιο του 2012. Από το 2005 κυκλοφορούσε ως έντυπο και στη συνέχεια ως ηλεκτρονικό περιοδικό.

Ξεκίνησε από μια ομάδα ανθρώπων με κοινό χαρακτηριστικό την αγωνία για τη συγκρότηση ενός μεγάλου μεταρρυθμιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Πρόθεσή μας είναι η ενθάρρυνση των διαδικασιών για μια μεγάλη προοδευτική παράταξη και η ανάδειξη της ανάγκης να εκφρασθεί σε όλα τα επίπεδα – πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό – η οπτική μιας σύγχρονης κοινωνίας, απαλλαγμένης από τις παθογένειές της.

Αναφέρεται στο χώρο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, του ριζοσπαστικού κέντρου, του κοινωνικού και πολιτικού φιλελευθερισμού και επιδιώκει τον διάλογο ανάμεσα στις δημοκρατικές - προοδευτικές δυνάμεις της χώρας.

Copyright © www.metarithmisi.gr.

To Top