ΑΡΘΡΑ

H Ηγεμονία του ανορθολογισμού και του εξτρεμισμού

Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες οι εκλογικές αναμετρήσεις συμπυκνώνουν δραματικά τον πολιτικό χρόνο. Τα πολιτικά προβλήματα αναγκαστικά αποκτούν απλουστεύμενη μορφή διλημμάτων και συνθηματολογική διατύπωση. Η πολιτική προσφορά και η κοινωνική ζήτηση, σε μια σχέση διαρκούς αλληλεπίδρασης, διαμορφώνουν την ατζέντα και τη θεματολογία των εκλογών, οδηγώντας σε νικητές και ηττημένους των εκλογών. Στην Ελλάδα, η κατάσταση είναι ακόμα πιο περίπλοκη, αφού, όπως επισημαίνει ο Θεόδωρος Χατζηπαντελής, «ξεκινάμε με το μισό εκλογικό σώμα με ερωτηματικά και αβεβαιότητες και 10 κόμματα που προσπαθούν να μας πείσουν» [1].

.

Στην πολιτική θεωρία, οι θέσεις των κομμάτων, και κατά συνέπεια το «διακύβευμα» των εκλογών, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε δύο βασικούς άξονες:

.

1) Στα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα

.

2) Στα ευρύτερα ιδεολογικά ζητήματα ( cultural issues )

.

Με μια διαφορετική διατύπωση θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για υλιστικά και μεταϋλιστικά προτάγματα [2].

.

Στις εκλογικές αναμετρήσεις, κάποια θέματα αποκτούν ιδιαίτερη δύναμη, με αποτέλεσμα τα κόμματα που έχουν την «ιδιοκτησία» αυτών των θεμάτων να είναι ιδιαίτερα ενισχυμένα. Κλασικό παράδειγμα στην Ελλάδα, στις εκλογές του 1993, όταν το «Μακεδονικό» (χαρακτηριστική περίπτωση ιδεολογικού, μεταϋλιστικού ζητήματος) βρισκόταν στην έξαρσή του, η «Πολιτική Άνοιξη» του Αντώνη Σαμαρά, που είχε αποσκιρτήσει από τη Νέα Δημοκρατία, συγκέντρωσε 5% στις εκλογές (8,7% στις ευρωεκλογές του 1994) και υποχρέωσε τα μείζονα κόμματα να υιοθετήσουν την ατζέντα της. Λίγα χρόνια μετά, το 1996, όταν το Μακεδονικό είχε ξεθυμάνει, η Πολιτική Άνοιξη συγκέντρωσε μόλις 2,94% και ύστερα από λίγο καιρό εξαφανίστηκε από το πολιτικό σκηνικό.

.

Το φαινόμενο αυτό δεν συνιστά ελληνική ιδιομορφία. Έχει παρατηρηθεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με χαρακτηριστικότερη εκείνη της Πολωνίας. Στις εκλογές του 2001 στην Πολωνία, το ακροδεξιό κόμμα «Ένωση των Πολωνικών Οικογενειών» ( LPR ), με ιδεολογικές αναφορές στον Καθολικό συντηρητισμό, τον εθνικισμό και το λαϊκισμό, χρησιμοποίησε τη ρητορεία του αντικομμουνισμού και του ευρωσκεπτικισμού, καταφέρνοντας να συγκεντρώσει 8% στις εκλογές, με πάνω από ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους, επενδύοντας στο φόβο των Πολωνών από την επικείμενη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2007, και μετά την ένταξη της Πολωνίας στην ΕΕ, σχεδόν εξαφανίστηκε, συγκεντρώνοντας 1,2% των ψηφοφόρων και λιγότερες από 190.000 ψήφους [3].

.

Εν όψει των εκλογών, στην Ελλάδα της κρίσης, θα περίμενε κανείς ότι τα κυρίαρχα ζητήματα θα ήταν οι οικονομικές και κοινωνικές παράμετροι αυτής της κρίσης. Θα περίμενε κανείς οι πολιτικές αντιπαραθέσεις να αφορούν στο οικονομικό μοντέλο αυτής της χώρας, τις αναπτυξιακές προτάσεις, τις διαρθρωτικές αλλαγές, την κοινωνική οργάνωση, τις δυσλειτουργίες του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα, τις προοπτικές και τους κινδύνους από μια γιγαντιαία αλλαγή σε παγιωμένες από δεκαετίες δομές, νοοτροπίες και συμπεριφορές.

.

Στην πράξη μοιάζει να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Η πολιτική αντιπαράθεση έχει βυθιστεί σε μια άβυσσο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, με στερεοτυπικές κατασκευές εχθρών και φίλων, λιγότερο και περισσότερο ελλήνων, προδοτών και πατριωτών, επίβουλων ξένων και αντιστασιακών Ελλήνων, συνομωσιολογικών θεωριών και εθνικής θυματοποίησης.

.

Στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε γιατί έχει επικρατήσει αυτή η ιδεολογική κατασκευή.

.

 

.

Το οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα της χώρας

.

Δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομολόγος που να μην συμφωνεί με τη θεμελιώδη διαπίστωση ότι η πηγή του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας είναι η ισχνή παραγωγική της βάση και η υπερβάλλουσα κατανάλωση. Για δεκαετίες αυτή η χώρα κατανάλωνε περισσότερα από όσα παρήγαγε, προσφεύγοντας όλο και περισσότερο στο δανεισμό.

.

Ταυτόχρονα, η κοινωνική οργάνωση της χώρας έχει παραδοθεί στο έλεος επιμέρους συμφερόντων και ακραίων συντεχνιών, που έχουν διαλύσει τον κοινωνικό ιστό της χώρας και την κοινωνική της συνοχή.

.

Μπορούσε η Ελλάδα να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα μόνη της; Μόνον αφελείς θα το υποστήριζαν. Χρειαζόταν τη συνδρομή των δανειστών της και της διεθνούς κοινότητας. Αλλιώς, η Αλβανία του Εμβέρ Χότζα θα φάνταζε παράδεισος.

.

Με αυτά τα δεδομένα, οι δανειακές συμβάσεις (Μνημόνιο 1, Μεσοπρόθεσμο, Μνημόνιο 2) ήταν αναπόφευκτες. Θα μπορούσαν να ήταν διαφορετικές. Θα μπορούσαν να είχαν υλοποιηθεί καλύτερα και αποφασιστικότερα. Θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει πολλές οριζόντιες περικοπές. Επί της αρχής, όμως, η συνεννόηση με τους δανειστές ήταν μονόδρομος. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα συγκροτημένα κείμενα των Χρυσάφη Ιορδάνογλου [4], Γιώργου Προκοπάκη [5] και άλλων, για να διαπιστώσει ότι οι μπαρουφοειδείς αφέλειες των υποστηρικτών της δραχμής, αλλά και εκείνων που μιλάνε γενικώς και αορίστως περί αναδιαπραγματεύσεων και ισοδυνάμων στερούνται σοβαρότητας.

.

Τελικά, η Ελλάδα επέτυχε συνολική οικονομική στήριξη από τη διεθνή κοινότητα γύρω στα 500 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 105 χαρίστηκαν. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη οικονομική βοήθεια που έχει ποτέ δοθεί σε κράτος της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας.

.

Αυτό, κατά το ΚΚΕ είναι «υπονόμευση των δικαιωμάτων του ελληνικού λαού, λεηλασία και βάρβαρη πολιτική». Στο ίδιο μήκος κύματος, πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι « ανατροπή των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων, αναστολή πληρωμών, για όσο χρειαστεί, ώστε να ανασυγκροτηθεί η οικονομία, και ταυτόχρονα επιλεκτική διαγραφή μέρους του χρέους και εξυπηρέτηση του υπόλοιπου με όρους και ρήτρα ανάπτυξης, αναδιανομή του πλούτου, κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη, απεγκλωβισμός από το ΝΑΤΟ και απομάκρυνση από τη χώρα των ΝΑΤΟϊκών βάσεων».

.

Η κοινή οικονομική πρόταση των «αντιμνημονιακών» δυνάμεων ήταν και είναι η μονομερής στάση πληρωμών. Σχολιάζει ο Ιορδάνογλου: « Η μονομερής κήρυξη παύσης πληρωμών ήταν αδιανόητη γιατί σήμαινε τα εξής: Πρώτο, δεδομένου ότι μεγάλο κομμάτι της περιουσίας των ελληνικών τραπεζών ήταν επενδυμένο σε ελληνικά ομόλογα, ο εκμηδενισμός της αξίας των τελευταίων θα οδηγούσε το τραπεζικό σύστημα σε κατάρρευση. Τούτο θα σήμαινε κατάρρευση της εγχώριας πίστης και του διεθνούς εμπορίου. Δεύτερο, η δημοσιονομική περιστολή θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που –τελικά– επιχειρήθηκε» [6].

.

Εδώ ακριβώς έγκειται το ελληνικό παράδοξο: Οι πολιτικές δυνάμεις που φέρουν την κύρια ευθύνη για το δημοσιονομικό εκτροχιασμό και την κοινωνική αποσάρθρωση, φαίνεται να έχουν αντιληφθεί, με ταλαντεύσεις και παλινωδίες, ότι ο μόνος δρόμος για την επιβίωση της χώρας είναι οι ριζικές αλλαγές του μοντέλου ανάπτυξης. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα το επιτύχουν, με δεδομένες τις τεράστιες εσωτερικές αντιστάσεις. Είμαι όμως απολύτως σίγουρος ότι η λογική του «αντιμνημονίου» οδηγεί τη χώρα στην καταστροφή.

.

.

Ο ανορθολογισμός και ο εξτρεμισμός

.

.

Δυστυχώς οι κοινωνίες, και πολύ περισσότερο η ελληνική, δεν λειτουργούν με βάση τον ορθολογισμό. Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής ( rational choice theory ) σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι και οι κοινωνίες πράττουν με βάση τα συμφέροντά τους, δεν μοιάζει να έχει πλήρη εφαρμογή στην Ελλάδα.

.

Αδυνατώντας να αρθρώσουν στέρεα επιχειρήματα για το οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα της χώρας, οι υποστηρικτές του «αντιμνημονίου», δεξιοί και αριστεροί, κατέφυγαν σε μια παλιά και δοκιμασμένη συνταγή: Εισήγαγαν στο δημόσιο λόγο μύθους, ιδεολογήματα και στερεότυπα.

.

Θεμέλιος Μύθος, όπως πολύ ορθά τον επισήμανε ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος: «δεν φταίμε εμείς». Συνακόλουθα, «υπονομεύεται η εθνική μας υπόσταση από ιδιοτελή ξένα συμφέροντα». Εάν σε αυτό το συνολάκι των αθώων Ελλήνων και των ιδιοτελών ξένων προσθέσουμε έναν ακόμα ζωτικό μύθο «ότι είμαστε ένας ξεχωριστός λαός» [7], τότε υπάρχει όλο το εύφορο έδαφος για να συμπεράνουμε ότι το οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα της χώρας είναι μια υπόθεση ανάμεσα σε εχθρούς και φίλους, σε προδότες και πατριώτες.

.

Η λογική συνεπαγωγή όλων αυτών των μύθων και των στερεοτύπων, ανορθολογικών διανοητικών κατασκευών, είναι ο πολιτικός εξτρεμισμός. Γιαούρτια, προπηλακισμοί και ξυλοδαρμοί των προδοτών. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Όπως εύστοχα επισήμανε ο Σταύρος Τζίμας « κάτοχος της “απόλυτης αλήθειας” και φορέας μιας μεσσιανικής αντίληψης για την πολιτική, ο ανησυχητικά εξαπλούμενος εξτρεμισμός απειλεί να δυναμιτίσει το κλίμα και να οδηγηθούμε στις εκλογές με όρους “προδοσίας” και “πατριωτισμού”. Μην έχουμε αμφιβολία ότι καθώς θα οδεύουμε προς την κάλπη, η πολιτική(;) αντιπαράθεση αντί να διεξαχθεί σε επίπεδο θέσεων και προτάσεων για την έξοδο από την κρίση, θα μετατεθεί στο επικίνδυνο πεδίο των “μνημονιακών” και “αντιμνημονιακών”, δηλαδή των “εθνικών μειοδοτών” και των “υπερήφανων αντιστασιακών”» [8].

.

.

Η απώλεια της ηγεμονίας

.

.

Γιατί όμως έχει συμβεί αυτή η βασική παρεξήγηση; Γιατί το 70% των Ελλήνων δηλώνει «αντιμνημονιακό», ενώ ένα 50% επικροτεί τις πράξεις βίας με ένα άλλο 30% να δηλώνει πρόθυμο να συμμετάσχει αυτοπροσώπως σε πράξεις βίας;

.

Η εξήγηση είναι, κατά την άποψή μου, η αδυναμία και η άρνηση των κομμάτων εξουσίας να δώσουν τη μάχη των ιδεών, τη μάχη της Ηγεμονίας, για να πείσουν την ελληνική κοινωνία ότι τα οικονομικά μέτρα ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για μια βαθύτατη μεταρρύθμιση της ελληνικής κοινωνίας, απολύτως αναγκαία για την επιβίωσή της.

.

Η ηγεμονία είναι μια έννοια-κλειδί, που πρώτος εισήγαγε ο Αντόνιο Γκράμσι. Η ηγεμονία είναι «η στιγμή της πολιτικής ηγεσίας και, ταυτόχρονα και γι’ αυτόν το λόγο, η ηγεσία στο χώρο των ιδεών, δηλαδή η πνευματική ηγεσία» [9].

.

Μέσω της ηγεμονίας ένας κοινωνικός σχηματισμός ενοποιείται και «τσιμεντάρεται». Ο Νίκος Πουλαντζάς, παραθέτοντας το απόσπασμα του Γκράμσι ότι «μ’ άλλα λόγια, το πρόβλημα που τίθεται για την ιδεολογία είναι να διατηρήσει την ιδεολογική ενότητα μέσα στο κοινωνικό μπλοκ, που τσιμεντάρεται και ενοποιείται ακριβώς από αυτή την ιδεολογία», σχολιάζει: «με τη μεταφορά ιδεολογία –“τσιμέντο” μιας κοινωνίας, ο Γκράμσι θέτει με έναν πρωτότυπο τρόπο το βασικό πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στην κυρίαρχη ιδεολογία και την ενότητα ενός κοινωνικού σχηματισμού» [10].

.

Γιατί όμως τα κόμματα εξουσίας αρνήθηκαν τη μάχη των ιδεών, τη μάχη της ηγεμονίας;

.

Στο ΠΑΣΟΚ η κύρια αιτία είναι η απολιτική μεταμοντέρνα αντίληψη περί πολιτικής που χαρακτηρίζει τον Γιώργο Παπανδρέου, σε συνδυασμό με τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του βαθέως ΠΑΣΟΚ που τον υποστήριξε. Ο Γιώργος Παπανδρέου υπονόμευσε ιδεολογικά τις πολιτικές του επιλογές με μια αμυντική και αμφιρρέπουσα αφήγηση, ότι όλα τα μέτρα που έπαιρνε ήταν αναγκασμένος από τους ξένους να τα πάρει, ενώ ο ίδιος ήταν ένας καλός άνθρωπος. Αυτή η σεξπηρική αμφιθυμία, «να ζει κανείς ή να μη ζει», που συνοδευόταν από δηλώσεις στενών του συνεργατών, όπως η Λούκα Κατσέλη και η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, του τύπου «τα μέτρα είναι ασύμβατα με τις ιδεολογικές μας αρχές», αντικειμενικά άφηνε όλο το πεδίο των ιδεών και της ηγεμονίας ελεύθερο προς λεηλασία από τις αντιμνημονιακές δυνάμεις.

.

Όπως ορθά επισημαίνει ο Ανδρέας Πανταζόπουλος « ο κοινωνικός θυμός δεν διαμεσολαβήθηκε από μια ορθολογική εξήγηση των παραγόντων που οδήγησαν στην κρίση. Ενας αποσπασματικός και επειγοντιστικός κυρίαρχος λόγος, που έτρεχε διαρκώς πίσω από οικονομικά ελλείμματα και την οπωσδήποτε αδήριτη ανάγκη της λήψης μέτρων για την κάλυψή τους, περιθωριοποίησε τη ζωτική, όπως αποδεικνύεται, ανάγκη της κοινωνικής τους νομιμοποίησης» [11].

.

Στη Νέα Δημοκρατία, η κατάσταση ήταν ακόμα χειρότερη. Ο Αντώνης Σαμαράς, δέσμιος ενός παλιομοδίτικου λαϊκισμού, προσχώρησε και πρωτοστάτησε για 20 μήνες στο μέτωπο του ανορθολογισμού. Διαμόρφωσε συνειδήσεις στο εσωτερικό της συντηρητικής παράταξης που ελάχιστα διέφεραν από τους συνωμοσιολόγους της άκρας δεξιάς, του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Ιδίως στο μεσο-κοινωνικό επίπεδο, οι ανακοινώσεις των διαφόρων ΔΑΚΕ ελάχιστα διέφεραν, ακόμα και σε γλωσσικό επίπεδο, από εκείνες της ακραίας αριστεράς. Για κάποιο διάστημα φλερτάρισε επικίνδυνα με την αφήγηση της Ελλάδας της δραχμής, εισάγοντας νατιβιστικά στοιχεία στον πολιτικό του λόγο.

.

Όταν άλλαξε πολιτική, διαπίστωσε ότι πολύ δύσκολα μπορούσε να συμμαζέψει το τέρας που είχε εκθρέψει. Οι αποσκιρτήσεις κορυφαίων στελεχών του και η απήχηση του κόμματος του Πάνου Καμμένου αποδεικνύει πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει το μικρόβιο του ανορθολογισμού στο σώμα της συντηρητικής παράταξης.

.

Παράλληλα, οι διάσπαρτες, εντός και εκτός κομματικών σχηματισμών, μεταρρυθμιστικές δυνάμεις ήταν εξαιρετικά αδύναμες απέναντι στη λαίλαπα του αριστεροδέξιου λαϊκισμού. Η αφήγηση της μετά την κρίση Ελλάδας, της μεταρρυθμισμένης Ελλάδας, ποτέ δεν μπόρεσε να αποκτήσει ένα σημαντικό ακροατήριο. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθούν και οι ιδιαίτερες ευθύνες δυνάμεων της ευρύτερης αριστεράς που απέχουν από τη μάχη της ηγεμονίας στο όνομα προσδοκώμενων εκλογικών κεφαλαιοποιήσεων.

.

Πρέπει να το πούμε με κάθε σαφήνεια: Οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις έχουν χάσει κατά κράτος τη μάχη των ιδεών, τη μάχη της Ηγεμονίας. Οι δυνάμεις του ανορθολογισμού και του συνακόλουθου πολιτικού εξτρεμισμού είναι ηγεμονικές στην ελληνική κοινωνία. Κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης, στην Εκκλησία, στους ανά την Ελλάδα καφενέδες, στις γειτονιές, στα νοικοκυριά, στα άτομα και στις οικογένειές τους. Εάν αυτό δεν αντιστραφεί, στις επικείμενες εκλογές θα έχουν τεράστια και πρωτοφανή επιτυχία. Θα έχει ολοκληρωθεί ένας απίστευτος πολιτικός αναδασμός. Η αναδιάρθρωση του χρέους και του PSI θα σαρωθούν από τα ιδεολογικά επιχειρήματα του ανορθολογισμού και του εξτρεμισμού. Η Ελλάδα της δραχμής θα είναι μια φοβική, ρατσιστική, εθνικιστική και βαθιά αντιδραστική κοινωνία.

.

 

.

Και τώρα τι κάνουμε;

.

Το χρονικό διάστημα μέχρι τις εκλογές είναι ελάχιστο για να αλλάξουν στερεότυπα, νοοτροπίες και συμπεριφορές. Οι δυσκολίες είναι τεράστιες. Δεν πρέπει όμως να καταθέσουμε τα όπλα.

.

Εάν ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η κύρια τομή στις επικείμενες εκλογές δεν είναι η κλασική διάκριση αριστεράς και δεξιάς. Η κύρια σύγκρουση είναι ανάμεσα στις δυνάμεις που υποστηρίζουν τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στις διάφορες εκδοχές της (σοσιαλδημοκρατική, συντηρητική, φιλελεύθερη) και στις δυνάμεις του αριστεροδέξιου, φαιοκόκκινου πολιτικού ανορθολογισμού και εξτρεμισμού. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Γιάννης Βούλγαρης, «στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, αυτή η μεταπολιτευτική δημοκρατία δέχεται πολλαπλές επιθέσεις. Ο αριστερός και δεξιός εξτρεμισμός προσπαθεί να την εξομοιώσει με τη δικτατορία, η λαϊκιστική αντιπολιτική επιθετικότητα των απογοητευμένων πρώην πελατών του κομματικού κράτους, την υποβιβάζει σε “κλεπτοκρατία”, η παραδοσιακή Αριστερά χωρίς πρόγραμμα και σχέδιο, σιγοντάρει την απονομιμοποίηση με τη ρητορική της ανυπακοής ή της “αντίστασης”. Ο χώρος του κομματικού ανταγωνισμού μεταβάλλεται, μοιάζοντας όλο και περισσότερο με πέταλο, καθώς οι αντίθετοι εξτρεμισμοί συνυπάρχουν και συχνά επιτίθενται από κοινού σαν φαιοκόκκινο μέτωπο. Οι ιστορικές διαχωριστικές γραμμές και ευαισθησίες σβήνουν, τόσο ώστε ο κ. Καμμένος, άνετος, να μην αποκλείει τη συμμαχία του ακροδεξιού κόμματός του με το ΚΚΕ» [12].

.

Οι ιστορικές ευθύνες των ηγεσιών των κομμάτων που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία είναι τεράστιες. Θα είναι κολοσσιαίο ιστορικό λάθος εάν προεκλογικά χρησιμοποιήσουν και πάλι τις δοκιμασμένες συνταγές του πελατειακού συστήματος, που οι ίδιοι εξέθρεψαν, κλείνοντας το μάτι στους ψηφοφόρους, ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι». Έχουν υποχρέωση απέναντι στον τόπο και στις επερχόμενες γενιές να μην ενδώσουν στις σειρήνες του λαϊκισμού και του ανορθολογισμού. Έχουν υποχρέωση να ανοίξουν μέτωπο με αυτές τις δυνάμεις. Έχουν υποχρέωση να μη χαϊδέψουν αυτιά. Έχουν υποχρέωση να υπογραμμίσουν ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, εάν δεν αλλάξουμε οι ίδιοι. Έχουν υποχρέωση να μιλήσουν για μια άλλη Ελλάδα, αποδομώντας τους θεμέλιους μύθους της μεταπολίτευσης.

.

Αλλιώς, ενώπιον της Ιστορίας « εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν και ευρέθησαν ελλιπείς».

.

Ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος είναι εκδότης – δημοσιογράφος.

.


.

.

.

[1] Θεόδωρος Χατζηπαντελής, «Αναποφάσιστοι στην κάλπη», Έθνος, 28 Μαρτίου 2012..

.

[2] Δες H. Kitschelt et al., Post Communist Party Systems: Competition, Representation and Inter-party Cooperation, Cambridge University Press, 1999..

.

[3] Δες Sarah. L. de Lange, Simona Guerra, “The League of Polish Families between East and West, past and present”, στο Michael Minkenberg (ed.) Historical Legacies and the Radical Right in Post-Cold War Central and Eastern Europe, ibidem-Verlag, 2010, σελ. 123-155..

.

[4] Δες Χρυσάφης Ι.Ιορδάνογλου, «Μνημόνιο. Ένα post mortem», The Athens Review of Books, Δεκέμβριος 2011..

.

[5] Δες Γιώργος Προκοπάκης, «Βαρύγδουπες κενολογίες ως πολιτική πρόταση», Athens Voice, τεύχος: 383, 14 Μαρτίου 2012..

.

[6] Ιορδάνογλου, όπ. παρ..

.

[7] Δες Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Ο σύγχρονος μύθος είναι ότι “εμείς δεν φταίμε”», συνέντευξη στη Μαρία Κατσουνάκη, Καθημερινή, 24 Μαρτίου 2012..

.

[8] Δες Σταύρος Τζίμας, «Υπό το κράτος των τραμπούκων», Καθημερινή, 30 Μαρτίου 2012..

.

[9] Δες Αντόνιο Γκράμσι, Οι διανοούμενοι, Εκδόσεις Στοχαστής, 1972. Το απόσπασμα είναι από την εισαγωγή του Luciano Gruppi, σελ. 41..

.

[10] Δες Νίκος Πουλαντζάς, Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές τάξεις, τόμος Β, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1975, σελ. 30..

.

[11] Δες Ανδρέας Πανταζόπουλος , Η αφωνία απέναντι στον κοινωνικό θυμό, Το Βήμα, 1 Απριλίου 2012..

.

.

[12] Γιάννης Βούλγαρης Βία, δημοκρατία και φρούτα εποχής…, ΤΑ ΝΕΑ, 23 Μαρτίου 2012. Δες επίσης, Μανώλης Βασιλάκης Στη χώρα της κατουρημένης ποδιάς, editorial του The Athens Review of Books, τεύχος 28, Απρίλιος 2012.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Σχολιασμός

Σχόλια

Ιδιοκτησία
e-Μεταρρύθμιση

Εκδότης
Γιάννης Μεϊμάρογλου

Διεθυντής Σύνταξης
Μιχάλης Κυριακίδης
mkyriak@gmail.com

Επικοινωνία
info@metarithmisi.gr

H «Μεταρρύθμιση» είναι ηλεκτρονικός κόμβος ο οποίος λειτουργεί με αυτήν τη μορφή από τον Μάρτιο του 2012. Από το 2005 κυκλοφορούσε ως έντυπο και στη συνέχεια ως ηλεκτρονικό περιοδικό.

Ξεκίνησε από μια ομάδα ανθρώπων με κοινό χαρακτηριστικό την αγωνία για τη συγκρότηση ενός μεγάλου μεταρρυθμιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία. Πρόθεσή μας είναι η ενθάρρυνση των διαδικασιών για μια μεγάλη προοδευτική παράταξη και η ανάδειξη της ανάγκης να εκφρασθεί σε όλα τα επίπεδα – πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό – η οπτική μιας σύγχρονης κοινωνίας, απαλλαγμένης από τις παθογένειές της.

Αναφέρεται στο χώρο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, του ριζοσπαστικού κέντρου, του κοινωνικού και πολιτικού φιλελευθερισμού και επιδιώκει τον διάλογο ανάμεσα στις δημοκρατικές - προοδευτικές δυνάμεις της χώρας.

Copyright © www.metarithmisi.gr.

To Top